Thrash Metal

Αναρτήθηκε από . 14 Mar, 2010 στις 10:45. Τελευταία τροποποίηση 11 Aug, 2017 στις 10:45

    Πληροφορίες

    • Τοποθεσία: Αθήνα
    • Έτος: 1985 (;) - 1989 (;)

    Περιγραφή

    Το πρώτο, αλλά κι ένα από τα σημαντικότερα, metal zine που κυκλοφόρησε εντός συνόρων. Εκδότες του ήταν οι Σπύρος “spacefreak” Παπαναστασάτος, Κώστας Τροβάς και Δημήτρης “Minotaur” Τρουπής, όλοι μέλη της ίδιας μπάντας, των Vomit.

    Τεύχη

    • Thrash Metal #4-5 (διπλό), κάπου στα τέλη του 1986
    • Thrash Metal #6, τέλη 1986 ή αρχές 1987
    • Thrash Metal #9, 1987 (“πανηγυρικό τεύχος: ένας χρόνος”)
    • Thrash Metal #10
    • Thrash Metal #11
    • Thrash Metal #12, Νοέμβριος 1988 (cvr)
    • Thrash Metal #13, Δεκέμβριος 1988 (cvr)
    • Thrash Metal #14, Ιανουάριος 1989 (cvr)
    • Thrash Metal #15, Μάρτιος 1989 (cvr)

    Συνέντευξη

    Η παρακάτω συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για το επετειακό τεύχος των 30 χρόνων του Metal Hammer. Ο Σπύρος τη δημοσίευσε στο γνωστό κοινωνικό δίκτυο, συμπεριλαμβανομένων και των τμημάτων που έγιναν editing λόγω χώρου. Τα zine links, δικά μας.

    Καλησπέρα, Σπύρο. Θα ήθελα να πεις στους αναγνώστες μας (κυρίως τους νεότερους), πέρα από την έκδοση του Thrash Metal fanzine, ποια ήταν η ενασχόλησή σου με την ελληνική metal/rock σκηνή γενικότερα; Απ’ όσο γνωρίζουμε, σήμερα παραμένεις ενεργός στα μουσικά δρώμενα, αν και σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο…

    – Πλην του Thrash Metal, έβγαζα ή συμμετείχα ως συνεκδότης και σε διάφορα άλλα fanzines. Noise Core, Genital Grinder, Genital Necrosis (συνένωση του Genital Grinder και του MegaNecrosis που επιμελούνταν τα παιδιά από το τότε τρίο των Rotting Christ) και έστελνα άρθρα και ανταποκρίσεις και σε μερικά zines του εξωτερικού, όπως το Slayer Mag, το Thrashing Maniacs κλπ. Στα τέλη των 80s έστειλα μερικά άρθρα και συνεντεύξεις στις Σκιές του Β23, ενώ στα 90s στο Zoo (όταν ήταν ένθετο στο Ποπ+Ροκ) και στο βέλγικο ιστορικό ψυχεδελικό fanzine Crohinga Well.

    Πέρα από τα περιοδικά και το demo trading ήμουν και “μουσικός” με διάφορα σχήματα. Τραγουδιστής στους Chaos/Riot και τους Vomit, ντράμμερ στους Ηχορύπανση (Sound Pollution) και στους Varathron (όπου ήμουν ιδρυτικό μέλος και υπεύθυνος για το όνομα). Επίσης είμαι ιδρυτικό μέλος και ενεργός rater στον ιστότοπο για συλλέκτες Gnosis (gnosis2000.net), υπήρξα συνεργάτης του blog Mutant Sounds, και μαζί με τον Κώστα Atomic (από το Thrash Metal και τους Vomit) τρέχουμε τo underground “head label” Cosmic Eye Records, όπου αισίως έχουμε εμπλακεί σε 16 κυκλοφορίες στα σχεδόν τρία χρόνια λειτουργίας μας.

    Δώσε μας ένα σύντομο ιστορικό του fanzine. Πώς είχατε την ιδέα της σύλληψής του και ποιοι ήταν οι στόχοι σας όταν πρωτοξεκινήσατε;

    – Το Thrash Metal ήταν χρονολογικά, το πρώτο Ελληνικό metal fanzine και δεν το λέω για να περιαυτολογήσω. Ξεκίνησε στα τέλη του 1985, από μια ιδέα που είχαμε εγώ (γνωστός με το nick Captain Death τότε) και ο Δημήτρης ο Minotaur που ήταν ντράμμερ των Vomit. Είχαμε επηρεαστεί από το στυλ γραφής και στησίματος του ιστορικού Metal Forces που τότε το βρίσκαμε μόνο σε ένα περίπτερο στην Ομόνοια, καθώς και από την αισθητική των DIY punk fanzines που δειλά-δειλά εκείνη την εποχή είχαν ξεκινήσει να κυκλοφορούν σε κάπως πιο ευρύ κύκλο και μπορούσες και να τα βρεις και σε βιβλιοπωλεία των Εξαρχείων. Είχα επαφές μέσω αλληλογραφίας με διάφορα συγκροτήματα γιατί αγόραζα δίσκους που δεν μπορούσαν να βρεθούν στην Ελλάδα -με το γνωστό πρωτόγονο τρόπο του χρήματα σε συστημένο γράμμα τυλιγμένα σε καρμπόν ή ανάμεσα σε καρτ ποστάλ) και σκέφτηκα να αρχίσω να παίρνω συνεντεύξεις. Έτσι ξεκινήσαμε. Ξεκίνησα να στέλνω δεκάδες γράμματα και ο Δημήτρης να γράφει κριτικές και να τυπώνει το περιοδικό στη γραφομηχανή. Το πρώτο τεύχος βγήκε φωτοτυπίες στη ζούλα, στην εφημερίδα που δούλευε τότε ο Δημήτρης και συρράψαμε και τα 300 τεύχη ένα-ένα στο χέρι. Στη συνέχεια, τα πράγματα οργανώθηκαν καλύτερα, προστέθηκαν ως μόνιμοι συντελεστές ο Κώστας ο Atomic και ο Γιάννης ο Mad (που ανέλαβε τα γραφιστικά) από τους Vomit, από μια στιγμή και μετά, περιοδικό και Vomit ήταν ένα σώμα. Σταδιακά προστέθηκαν και διάφοροι εξωτερικοί περιστασιακοί συνεργάτες. Σχεδόν όποιος έστελνε κάτι αξιόλογο δημοσιεύονταν. Το fanzine δίνονταν πλέον για φωτοτυπία και “συναρμολόγηση” σε επαγγελματικά φωτοτυπάδικα. Στο offset δεν περάσαμε ποτέ… δεν ήθελα εγώ. Προτιμούσα να είναι μέχρι τέλους underground ως αισθητική.

    Στόχους δεν είχαμε ιδιαίτερους στον εμπορικό τομέα. Μάλλον επικρατούσε το τρίπτυχο: Total Underground – No Profit – No Sell-out, η παντελής έλλειψη “γραμμής” και η απόλυτη ανεξαρτησία στις απόψεις. Επίσης, να υποστηρίξουμε όσο γίνονταν τη σκηνή που μας πόρωνε (ξένη και εγχώρια) και κανείς τότε δεν ασχολούνταν στη ψωροκώσταινα. Μέχρι τότε, το συνειδητοποιημένο underground ήταν αδιανόητο ως concept στη ελληνική metal σκηνή. Σχεδόν όλοι αγωνίζονταν να “πιάσουν τη καλή”, να “γίνουν”. Το μόνο επίσημο ελληνικό metal περιοδικό της εποχής, το Heavy Metal ήταν στα μάτια μας, αφόρητα mainstream. Θυμάμαι τι μηδενικά έπαιρναν οι Venom και οι Bathory στις κριτικές. Πού να βρει κανείς να διαβάσει για Dark Angel, Whiplash, Cryptic Slaughter, Necrodeath, Mayhem, At War, Blessed Death, St. Vitus κλπ. εκείνες τις εποχές. Μόνο συνέχεια για Scorpions, Maiden, Saxon, Manowar… και φτου και πάλι τα ίδια. Έπρεπε δηλαδή να αγοράζω το Metal Forces για να διαβάσω και να μάθω πχ. για τους Carnivore ή τους Hellhammer; Την εποχή που το metal έβραζε από υπόγεια δημιουργικότητα, που στήνονταν μια σκηνή μακρυά από τις μεγαλοεταιρείες, που άνθιζε το tape trading στα χνάρια του punk DIY εγχειρήματος. Άσε που στο περιοδικό Heavy Metal, εκείνη την εποχή ο εκδότης ήταν ένας άσχετος με τη μουσική “επενδυτής” και οι περισσότεροι συντάκτες (μη λέμε ονόματα, οι παλιοί γνωρίζουν) ήταν και υπάλληλοι συγκεκριμένων δισκογραφικών εταιρειών. Οπότε ήταν και αναπόφευκτο το στίγμα ότι λειτουργούσαν ως διαφημιστικό έντυπο αυτών ακριβώς των “μαγαζιών”. Έκαναν τον 17άρη μεταλλά, μέσα σε όλη την αγνότητά του, να νοιώθει κοροϊδο. Χώρια που πάντα όταν υπάρχουν μονοπώλια σε μια ελεύθερη οικονομία, από κάτω βρωμάει ασύμμετρη συσσώρευση κέρδους.

    Έτσι πήραμε φόρα και αυτή η anti-mainstream στάση του περιοδικού, νομίζω ότι ήταν και ο δυνατότερος driver, ο ιδεολογικός αν θέλεις (και ενίοτε ιδεοληπτικός) στόχος, αυτό που μας πόρωνε περισσότερο. Το Thrash Metal θέλαμε να ήταν από δω και μπρος το έντυπο που ο έλληνας μεταλλάς θα μπορούσε να ενημερωθεί για όλες τις μπάντες αιχμής αυτού του νέου -επαναστατικού για τα κλισέ του είδους- ήχου. Μην ξεχνάς ότι εκείνη η εποχή ήταν πολύ πολωμένη… ό,τι υπόγειο έπρεπε να είναι defacto ακραίο, επιθετικό και αντιεμπορικό. Ως αυταξία.

    Το έχω ξαναγράψει εν σχέσει με τον ευρύτερο μουσικό rock τύπο, αλλά ισχύει ακόμη πιο πολύ και για το metal. Τα mainstream έντυπα εκείνης της εποχής, επιχειρώντας να εμφανιστούν ως “πολυσυλλεκτικά”, να αρέσουν σε ένα ευρύτερο κοινό για το οποίο η μουσική ίσως και να είναι επιδερμική προτεραιότητα, έγραφαν κυρίως βλακείες. Πόσες βδομάδες έμεινε ο τάδε δίσκος στο νούμερο… 666, αν το πρώτο metal τραγούδι ήταν το “You Really Got Me” ή το “Wild Thing”, εύκολα τσιτάτα στις κριτικές του στυλ “τα πετσάκια ξερνάνε φωτιά και ατσάλι”, ιππότες να εκθειάζουν τη λατρεία του ήλιου, καζαμίες… Αυτού του είδους η αρλουμπολογία είναι εγγενές χαρακτηριστικό της προσπάθειας του να αρέσεις σε όλους. Δεν υποστηρίζω ότι τα πιο underground έντυπα είχαν πάντα τεκμηριωμένες απόψεις, λέω όμως, πως σε ό,τι αφορά τις “εποχές του λίθου”, οι πιο σοβαρές κουβέντες έχουν διαβαστεί στα fanzines ή από πρώην fanzinάδες. Είναι προφανής η διαφορά.

    Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίζατε κατά την έκδοση του fanzine εκείνη την εποχή;

    – Αρχικά η σχέση κόστους-εσόδων. Απεχθανόμαστε -από DIY ιδεολογίας- το κέρδος και κρατάγαμε τη τιμή ίσα-ίσα ώστε να βγαίνουν τα έξοδα για το επόμενο τεύχος. Έπειτα το τρέξιμο για να το εκτυπώσουμε… Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα εκείνες τις εποχές, φορτώναμε ένα ποδήλατο και ένα σαπιομηχανάκι με τις κούτες για να τις πάμε από το φωτοτυπάδικο στα σπίτια μας. Η διανομή μετά… Τρία μόνο δισκάδικα στην Αθήνα (Rock City, Δισκάδικο της Αθηνάς, Παλόμα), να το δίνουν κάτω από το πάγκο για το φόβο της εφορίας, ένα περίπτερο στη Κάννιγκος και δυο βιβλιοπωλεία στα Εξάρχεια. Ευτυχώς στήριξε πολύ η επαρχία. Θεσσαλονίκη στο δισκάδικο του Smash Joe, Χανιά, Βόλος, Κέρκυρα, Γιάννενα, Λάρισα. Αποστολές και από τη ταχυδρομική θυρίδα του zine, δια αλληλογραφίας. Και χέρι-χέρι στα metal clubs της εποχής που τολμούσαν να παίζουν thrash: Rainbow, Βικτόρια. Τρέξιμο, τρέξιμο, ατελείωτο τρέξιμο. Τέλος, υπήρξαν και ελάχιστες κακές στιγμές: απειλές από “παράγοντες” που είχαν συνηθίσει στις αβάντες του mainstream μουσικού τύπου και εμείς τους χαλάγαμε τη σούπα, να απειλούν ότι θα μας “δώσουν” στην εφορία, ότι θα μας έκαναν μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση και όταν έβλεπαν πως δεν μασάγαμε, ότι θα έστελναν τους κολλητούς τους χουλιγκάνους να μας σπάσουν τα μούτρα. Αθάνατη Ελλάδα!

    Ποιες θα έλεγες ότι ήταν οι αντιδράσεις του κοινού που σας διάβαζε;

    – Νομίζω ότι αυτό που είχε το fanzine και που κέρδισε εκείνη την εποχή το metal κοινό που ενδιαφέρονταν να ψαχτεί, ήταν οι απόψεις και η ανεξαρτησία. Ειδικότερα στις κριτικές και τις παρουσιάσεις, υπήρχαν αναφορές σοβαρές, που έδειχναν ότι οι γράφοντες είναι διαβασμένοι. Υπήρχε και απίστευτη πόρωση εκείνη την εποχή. Το τότε περιθωριοποιημένο underground κοινό του thrash, death, hardcore και grind μας στήριξε αφάνταστα. Φτάσαμε να εξαντλούμε όλες τις 500 κόπιες του κάθε τεύχους εντός 15νθημέρου. Νομίζω δε ότι ο ενθουσιασμός κορυφώθηκε όταν κυκλοφορήσαμε εκείνες τις demo κασσετοσυλλογές “Deathfuck #1&2”. Είμαστε και εκεί οι πρώτοι που το κάναμε στον χώρο του ακραίου metal. Θα παραμείνω για πάντα ευγνώμων σε όλη την τότε σκηνή, τους fans, τις μπάντες, τα μαγαζιά. Αυτοί μας κράτησαν στα πέτρινα χρόνια. Respect.

    Σήμερα, με δεδομένη την ευκολία στην επικοινωνία και την πρόσβαση στην πληροφορία, ποιες διαφορές διακρίνεις σε ανάλογες προσπάθειες;

    – Τα πράγματα άλλαξαν άρδην, έχουν περάσει και 30 χρόνια από τότε και μια επανάσταση στην επικοινωνία. Εκεί που υπερτερούν τα σημερινά μέσα είναι στη διαδραστικότητα. Το feedback του αναγνώστη είναι πλέον άμεσο. Διαβάζει κάτι, και στο επόμενο λεπτό, αν του κεντρίσει το ενδιαφέρον, έχει αφήσει το σχόλιό του… γίνεται παιγνίδι πολύ πιο εύκολα. Τότε έπρεπε όλοι να βρεθούμε Σάββατο πρωϊ σε κάποιο δισκάδικο, να γίνει πηγαδάκι και να σχολιάσουμε τι διαβάσαμε στο τάδε fanzine, τι έγραψε ο τάδε γραφιάς, ποιος δίσκος μας εντυπωσίασε… Έχουμε πλέον περισσότερη και πιο άμεση πληροφόρηση, τόση που είναι πλέον δύσκολο να τη διαχειριστούμε ακόμα και οι πιο “μπασμένοι”, με αποτέλεσμα να χάνονται σε αυτό τον ωκεανό πολλές αξιόλογες μπάντες, αλλά ο μέσος fan είναι πλέον -και με σημαντικά λιγότερο κόστος- πολύ πιο ενημερωμένος από τον αντίστοιχο της προηγούμενης 20ετίας. Από την άλλη, η άνεση του καναπέ μας έχει απομονώσει, η σκηνή δεν έχει την αίσθηση της κοινότητας που μοιραζόμασταν κάποτε.

    Ίσως, από απόσταση, τα πράγματα να φαίνονται πιο επαγγελματικά, αλλά νομίζω ότι σε αρκετές περιπτώσεις η φλόγα ακόμα υπάρχει. Μονόδρομος, στο internet όλα. Αν δεν προσαρμοστείς, απλώς πεθαίνεις• έξω από το παιγνίδι. H Encyclopaedia Metallum έχει πλέον αντικαταστήσει το τεφτέρι, το Blabbermouth το μελάνι στα δάχτυλα. Ένα cut’n’paste από το You Tube στον messenger του κινητού, αντί της καθημερινής βόλτας στο ταχυδρομείο. Όλοι σχεδόν όσοι μείναμε να επιμένουμε από τότε και καβαντζάραμε τα 50, μια επαφή στο facebook. Ψηφιακά ίχνη, να αυταπατώνται ότι κάτι γίνεται; Εγώ ένα πάντως ξέρω… ότι χτες πλακώθηκα να στέλνω links για τους Witchhelm. Η καύλα του μοιράσματος παραμένει πάντα ίδια και απαράλαχτη…

    Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, πώς βλέπεις τη συνεισφορά του Thrash Metal ‘zine στην εγχώρια σκηνή;

    – Δεν ξέρω αν συνεισφέραμε κάτι το ιδιαίτερα ουσιαστικό. Μακάρι, αν και δεν είμαι εγώ αυτός που θα το πει. Εκείνη την εποχή δεν λειτουργούσα με τη λογική του “μαζώχτρα”, του συλλέκτη ή του μελετητή. Ζούσα το παρόν μέσω του fanzine αλλά και της μπάντας, τα οποία είχαν έναν εγγενώς εφήμερο χαρακτήρα. Οπότε ίσως και να μην είμαι και ο καλύτερος κριτής. Κοιτάζοντας πάντως πίσω, ένα μέρος του υλικού δεν είχε το “ζουμί” που θα του άρμοζε ή για να στο θέσω καλύτερα, ήταν ελάχιστα προετοιμασμένο. Και αυτός είναι και ο λόγος που στο αρχείο μου δεν έχω κρατήσει όλα τα τεύχη, παρά μόνο όσα συνεχίζουν να μου λένε “κάτι”. Στο σύνολό του όμως, νομίζω ότι το Thrash Metal λειτουργεί περίφημα σαν period piece, όπως λένε και οι αγγλοσάξωνες, και εκεί κατά την άποψή μου βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της τωρινής αξίας του. Στο ότι η γοητεία της thrash metal σκηνής εκείνης της εποχής αναπαράγεται καλύτερα, ως παγωμένη φωτογραφία αν θέλεις, από τους “κάφρους” του τότε, παρά από τους σημερινούς κουρασμένους παντογνώστες (που είναι όμως χρήσιμοι από άλλα μετερίζια, εκείνα της κριτικής και της ανάλυσης).

    Ίσως το πιο ουσιαστικό επίτευγμα ήταν ότι ανοίξαμε ένα δρόμο και μας ακολούθησαν και άλλα παιδιά• το 1988 έβγαιναν περίπου άλλα 4 fanzines -μερικά (όπως το Buttfuck και το Merciless Slaughter [georgeRgR: πιθανόν εννοεί το Merciless Death] πχ. για να αναφέρω δυο από αυτά που μου ‘ρχονται τώρα στο μυαλό) εξαιρετικά ως προς την ποιότητα πληροφορίας και την ανεξαρτησία της άποψης. Ευχή μας ήταν άλλωστε να μας μιμηθούν και άλλες παρέες και από πλευράς μας πάντοτε προωθούσαμε όλες τις underground πρωτοβουλίες. Το metal δεν θα ήταν πλέον ξανά ίδιο στην Eλλάδα… Αλλά υπήρξε και συνεχής όσμωση. Νέοι φίλοι, γνωριμίες, συνεργασίες, ακούσματα. Δόσιμο και ξόδεμα, που ακόμα και αν ήταν μια τρύπα στο νερό, άξιζε το κόπο με χίλια.

    Ποια ήταν κατά τη γνώμη σου η καλύτερη συνέντευξη που φιλοξενήθηκε ποτέ στο ‘zine;

    – Νομίζω, ότι ήταν εκείνο το τεύχος που ήταν ολόκληρο αφιερωμένο στη μεγάλη μας αγάπη, τους Voivod. Μόλις είχαν βγάλει το “Rrröööaaarrr” και μας είχαν στείλει μια πολυσέλιδη συνεντεύξη και τόσο υλικό που γεμίσαμε ένα ολόκληρο τεύχος. Και μετά, όταν τους το ταχυδρομήσαμε, μας βάλανε να τους το μεταφράσουμε και στα …γαλλικά. Περιττό να σου πω ότι o Δημήτρης πήρε υπογραφές στο μοναδικό αντίτυπο που έχει μείνει στο αρχείο μας όταν είχαν εμφανιστεί στο Αν πριν μερικά χρόνια και τους σάλταρε με τις αναμνήσεις. Από τις εξατομικευμένες συνεντεύξεις των άλλων τευχών, θα διέκρινα αυτές των Amebix, Protector, Mutilated, Darkthrone, Bulldozer, Samael, Bolt Thrower, Disorder…

    Σε τι φάση βρίσκονται σήμερα οι συνεργάτες του fanzine;

    – Εγώ με τον Κώστα ασχολούμαστε ακόμα πολύ με το τρέχον underground (σχεδόν σε όλα τα είδη του rock με την ευρεία του έννοια), πηγαίνουμε τακτικά στα lives, αγοράζουμε όσο μπορούμε νέες υπόγειες κυκλοφορίες και τρέχουμε τη Cosmic Eye Records, o Δημήτρης ασχολείται περισσότερο σαν συλλέκτης με τη μουσική και ενεργά ως τραγουδιστής σε άλλα είδη, και ο Γιάννης είναι ένας εξαιρετικός γραφίστας. Βρισκόμαστε ακόμα στις επάλξεις και οι τέσσερεις μετά από 30 χρόνια και ίσως αυτό είναι και ό,τι καλύτερο αποκομίσαμε από όλη εκείνη τη διαδρομή.

    Πώς και υπό ποιες συνθήκες σταμάτησε τελικά η έκδοση του fanzine;

    – Φτάσαμε 15/16 τεύχη, αν θυμάμαι καλά και σταματήσαμε το 1989, όταν τα παιδιά πήγαν φαντάροι και εγώ έφυγα στο εξωτερικό. Όχι γιατί πηγαίναμε άσχημα ή βαρεθήκαμε -κάθε άλλο, η κυκλοφορία όλο και ανέβαινε- αλλά γιατί ήταν αδύνατο να διατηρηθεί η τακτική περιοδικότητα της έκδοσης από μια παρέα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Για τον ίδιο λόγο, διάλυσε και η μπάντα άλλωστε… Νομίζω ότι υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, θα μπορούσαμε να συνεχίζαμε για 5-10 χρόνια ακόμα. Με την εκτίναξη του death/black metal στα 90s και τις άκρες που είχαμε στη σκηνή, σίγουρα.

    Ποια είναι η ποιο όμορφη ανάμνηση που έχεις από εκείνες τις εποχές;

    – Η πιο όμορφη ανάμνηση; Εκείνη η συναυλία των Sodom το 1988 στο Ροδον -η πρώτη thrash που έγινε ποτέ στην Ελλάδα, όπου μαζευτήκαμε όλοι οι τρελλαμένοι με το ακραίο metal και σχεδόν ισοπεδώσαμε το χώρο. Θυμάμαι ήταν Δεκέμβριος και είχα πάει με σορτσάκι και κοντομάνικο για να τα δώσω όλα. Όταν τελείωσε, στη 3η Σεπτεμβρίου, λίγο πιο πάνω απ’ το μαγαζί ήταν σταθμευμένα τρία ασθενοφόρα… Και το ότι το Thrash Metal και οι συντελεστές του υπάρχουν στα special thanks δεκάδων δίσκων, αρκετοί εκ των οποίων θεωρούνται κλασσικοί σήμερα.

    Σήμερα, υπάρχει κάτι στο σκληρό/metal ήχο, που να σου κεντρίζει το ενδιαφέρον;

    – Αρκετά πράγματα. Κυρίως στο doom, black, avant/math, drone και retro hard ήχο. Να αναφέρω, μιας και πλησιάζουμε στο τέλος της χρονιάς, μερικές μπάντες του σκληρού ήχου που δουλειές τους του 2015 κόλλησαν στο στερεοφωνικό μου: Hooded Menace, Tau Cross, Windhand, Dark Buddha Rising, Witchhelm, With the Dead, My Sleeping Karma, Nibiru, Saturnalia Temple, Holy Serpent, Tarot, Elder και οι δικοί μας Automaton και Dream Long Dead. Με metal δίσκο της χρονιάς (από τα λίγα συγκριτικά που έχω ακούσει) το υπέρτατο σκουπίδι που ήταν το “Hochelaga” των Dopethrone.

    Εικόνες

    Αν έχετε επιπλέον πληροφορίες ή υλικό για το συγκεκριμένο φανζίν, αφήστε ένα μήνυμα παρακάτω ή επικοινωνήστε με τους συντάκτες του site.

    Ετικέτες: , , ,